Πρόσβαση - Χάρτης  

   

Διαφημίσεις  

 gratsanis

 

 

 

 

 

   

Πρόγραμμα τηλεόρασης  

Δείτε όλο το πρόγραμμα


Δείτε όλες τις ταινίες


   

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ κ. ΠΟΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ Παρασκευά στην εκδήλωση 8/8/2014 για τον κ. Δημήτρη Καλούσιο

Λεπτομέρειες

Ακολουθεί η εισήγηση του κ Παρασκευά Ποτηρόπουλου (Ερευνητή  στο Εργαστήριο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών). Η εισήγηση παρουσιάστηκε στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο σύλλογοςστις 8/8/14 προς τιμήν του κ. Δημήτρη Καλούσιου.

Πολιτιστικός και Μορφωτικός Σύλλογος Ματσουκίου «Η Βύλιζα»

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

«Ημερίδα για την προβολή του συγγραφικού έργου του Δημήτρη Καλούσιου»

Τίτλος παρουσίασης:

«Δημήτρης Καλούσιος: ο σεμνός και ακούραστος ερευνητής, τόπων και ανθρώπων, της ιστορίας και του πολιτισμού τους»

Ποτηρόπουλος Παρασκευάς

Δρ. Λαογραφίας

Ερευνητής, Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας

Ακαδημίας Αθηνών

Στους τόπους καταγωγής, τις μικρές πατρίδες όπως συχνά αποκαλούνται, η περίοδος των καλοκαιρινών διακοπών, το τοπικό πανηγύρι, οι εκδηλώσεις των Πολιτιστικών Συλλόγων τα τελευταία χρόνια, συχνά συμπίπτουν και δίνουν την ευκαιρία για την ενδυνάμωση των τοπικών δεσμών και της αίσθησης της κοινής ταυτότητας για τους συμμετέχοντες σε αυτά.

Αν σήμερα ο κοινός τρόπος ζωής, η υιοθέτηση σταθερών συμπεριφορών, ηθών και αξιών, όσα δηλαδή προβάλλονται ως «συστατικά» χαρακτηριστικά των παραδοσιακών κοινοτήτων δεν ισχύουν σε μεγάλο βαθμό, η αίσθηση της κοινότητας διατηρείται. Παρά το γεγονός ότι η βιωματική σχέση με το χώρο υποχωρεί, το πλέγμα των τοπικών κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων εξασθενεί, είναι μεταξύ άλλων οι μνήμες, οι αναπαραστάσεις του παρελθόντος και το τοπίο, τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν ολοένα και περισσότερο τον «Τόπο μας».

Καθώς η μνήμη, η παράδοση, η τοπική ιστορία συμβάλλουν αποφασιστικά σε αυτές τις νέες αντιλήψεις της Κοινότητας, έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο καταγράφεται, μεταφέρεται και διαδίδεται το παρελθόν. Σε αυτό το πλαίσιο είναι καθοριστικός ο ρόλος των τοπικής καταγωγής συγγραφέων που καταγράφουν και διαμορφώνουν σημαντικά τις τοπικές αφηγήσεις για το Χθες. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την παράδοση, τον λαϊκό πολιτισμό, τον καθημερινό τρόπο ζωής τις πρακτικές και τα έθιμα, ότι περικλείεται συνοπτικά σε ότι αποκαλείται Λαογραφία. Στην πλειονότητά τους εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων, φοιτητές, ότι μπορεί να περιλάβει ο επιθετικός προσδιορισμός «λόγιοι», αλλά όχι μόνο καθώς πολλές φορές άνθρωποι που δεν συμπεριλαμβάνονται στην παραπάνω κατηγορία καταθέτουν τα προσωπικά τους βιώματα, αντιλήψεις και γνώσεις, συνέλλεξαν και συλλέγουν στοιχεία λαογραφικού ενδιαφέροντος. Άλλωστε, η συγκέντρωση υλικού για τα ήθη και έθιμα του ελληνικού λαού από τους εκπαιδευτικούς, υπάρχει ως πρακτική πολύ πριν από τη δημιουργία της επιστήμης της ελληνικής Λαογραφίας, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Σταδιακά αποκτά ένα συστηματικό χαρακτήρα με τις προκηρύξεις σχετικών διαγωνισμών και καλύπτεται θεσμικά με εγκυκλίους των επίσημων εκπαιδευτικών φορέων. Ο ίδιος ο Νικόλαος Πολίτης, «ιδρυτής» της επιστήμης της Λαογραφίας στην Ελλάδα, δημιουργεί από τα τέλη του 19ου αιώνα, ένα δίκτυο ερασιτεχνών συλλογέων, με το υλικό που συγκεντρώνουν να απαρτίζει τον πρώτο λαογραφικό «θησαυρό» στον ελληνικό χώρο. Δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερος μέρος αυτών των καταγραφών αποτελεί την πρωταρχική «ύλη» του Λαογραφικού Αρχείου, σημερινό Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, όταν συγκροτείται το 1918. Πολύ περισσότερο η τροφοδότηση του Αρχείου του Κέντρου Λαογραφίας με υλικό από συλλογές από τοπικούς καταγραφείς, εκπαιδευτικούς ή μη, συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής του πορείας και ενισχύεται θεσμικά με την αποστολή σχετικών εγκυκλίων ή την ετήσια προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού. Για αυτό τον σκοπό άλλωστε συντάχθηκαν και σχετικά βοηθητικά ερωτηματολόγια.

Παράλληλα με αυτή την οργανωμένη προσπάθεια για τη συλλογή λαογραφικών στοιχείων, στις επιμέρους τοπικές κοινωνίες δημιουργείται ένας ξεχωριστός «λόγος» για την τοπική ιστορία και παράδοση που εκφράζεται με τοπικές εκδόσεις, αρθογραφία σε τοπικά περιοδικά και εφημερίδες, με αξιοσημείωτο τον ρόλο των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, όπου η ψηφιακή τεχνολογία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ευκολότερη καταγραφή και διάδοση της πληροφορίας, παρατηρείται μια ιδιαίτερη ανάπτυξη σχετικών προσπαθειών και διακίνησή τους κυρίως μέσα από το διαδίκτυο.

Το γνώριμο περιεχόμενο, ιδιαίτερα κατά το παρελθόν, η νοσταλγική ανάκληση του Χθες, η χρήση της για την ενίσχυση εθνοτοπικών ταυτοτήτων, καθιστούν τη λαογραφία οικεία και δικαιολογούν την ευρεία λαϊκή της απήχησή. Η παράδοση και ο λαϊκός πολιτισμός είναι κτήμα του καθενός και της καθεμιάς, ενισχύοντας το «δημοκρατικό» χαρακτήρα της επιστήμης. Η ιδιότητα του «λαογράφου» στον καθημερινό λόγο αποδίδεται ισότιμα σε όσους ασχολούνται με αυτή, ανεξάρτητα της επιστημονικής τους ή μη κατάρτισης.

Αναμφισβήτητα, οι ερασιτέχνες λαογράφοι έχουν τη δική τους συμβολή τόσο στην καταγραφή και συγκέντρωση στοιχείων της παράδοσης και του λαϊκού πολιτισμού, όσο και στην ερμηνεία και τις χρήσεις τους. Η απόδοση του επιθετικού προσδιορισμού «ερασιτέχνες» δεν υποκρύπτει μια κατ’ ανάγκη αρνητική διάσταση. Σύμφωνα με τα ερμηνευτικά λεξικά, το επίθετο ερασιτέχνης έχει μια διπλή σημασία, αφορά τόσο αυτόν ή αυτή που επιδίδεται σε μια ορισμένη εργασία επειδή την αγαπά και αυτή τον ευχαριστεί, από την άλλη ωστόσο αφορά και όποιον ή όποια ασκεί κάτι χωρίς μέθοδο ή επιτυχία.

Σε μια κριτική θεώρηση του ρόλου των ερασιτεχνών λαογράφων στην ιστορία της ελληνικής λαογραφίας, θέμα για το οποίο έχει αναπτυχθεί μεγάλη συζήτηση και έχει ασκηθεί εμπεριστατωμένη κριτική σε επιστημονικό επίπεδο, θα πρέπει να επισημανθούν δύο βασικές θέσεις. Κατά πρώτον αναγνωρίζεται από πολλούς η συμβολή τους στη συγκέντρωση και «διάσωση» πολλές φορές στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού, η καταγραφή δηλαδή πρωτογενούς υλικού από τις λαϊκές εκδηλώσεις, αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές, με κύριο χαρακτηριστικό τη γνώση εκ των έσω των τοπικών κοινωνιών και τα προσωπικά τους βιώματα. Όπως υποδηλώνεται ωστόσο και στη δεύτερη ερμηνεία του επιθέτου ερασιτέχνης, η έλλειψη επιστημονικής επάρκειας αμφισβητεί όχι μόνο την αξιοπιστία αλλά και την πληρότητα πολλών συλλογέων και συλλογών. Γιατί η οικειότητα με τα λαογραφικά στοιχεία δεν συνεπάγεται και την τεκμηριωμένη καταγραφή τους, ούτε ακόμη και με τη χρήση έγκριτων ερωτηματολογίων, πολύ περισσότερα που κι αυτά έχουν δεχθεί έντονη επιστημονική κριτική και αμφισβήτηση. Η διαδικασία της καταγραφής δεν είναι απλά μια διαδικαστική ενέργεια, ουδέτερη και αντικειμενική, όπως και οι εθιμικές πρακτικές, οι αντιλήψεις και οι συμπεριφορές δεν είναι σταθερά και αναλλοίωτα «αντικείμενα». Είναι προφανές ότι στους προβληματισμούς για τα επιστημονικά κριτήρια (μεθόδους, μεθοδολογικά εργαλεία, θεωρητικό υπόβαθρο), προστίθενται οι προσωπικές απόψεις των καταγραφέων και οι ιδεολογικές επιρροές, που μπορούν να οδηγήσουν σε προβολή μερικών μόνο στοιχείων της παράδοσης και του λαϊκού πολιτισμού και αποσιώπηση άλλων, πολύ περισσότερο σε αυθαίρετες ερμηνείες και συμπεράσματα.

Οι παραπάνω θέσεις επιχειρούν να αποσαφηνίσουν το ρόλο των τοπικών συλλογέων λαογραφικών τεκμηρίων, τη σχέση τους με την επιστήμη της Λαογραφίας χωρίς να μειώνεται η συμβολή τους ή να παραγνωρίζεται η σημασία τους για κάθε τοπική κοινωνία.

Οι συγκεκριμένες απόψεις ορίζουν και το γενικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η σχέση του Δημήτρη Καλούσιου με τη λαογραφία. Εισαγωγικά θα πρέπει να επισημανθεί ο σεβασμός που συνοδεύει το όνομα του Δ. Καλούσιου τουλάχιστον σε ότι αφορά τους ερευνητές του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών αλλά και όσους ασχολούνται με πεδίο έρευνας τον ορεινό χώρο του Ασπροπόταμου και των Τζουμέρκων και ευρύτερα, το τμήμα εκείνο της Πίνδου ανάμεσα στα Τρίκαλα και τα Ιωάννινα. Σεβασμός που προκύπτει από την εργογραφία του Δ. Καλούσιου, τα βιβλία που έχει γράψει αλλά και την πλούσια αρθογραφία του. Αλλά δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των κειμένων. Εξίσου σημαντικός είναι και ο τρόπος δουλειάς του. Η συστηματική αναδίφηση ιστορικών εγγράφων και εκκλησιαστικών κωδίκων συνδυάζεται με την εξ ίσου συστηματική επιτόπια καταγραφή εθιμικών και καθημερινών πρακτικών, αρκετές δεκαετίες τώρα. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί η ιδιαίτερα σημαντική πρωτοβουλία του να καταθέσει στο Κέντρο Λαογραφίας για ψηφιοποίηση και τεκμηρίωση το πλούσιο φωτογραφικό του αρχείο, αρκετών χιλιάδων φωτογραφικών τεκμηρίων, ενέργεια που στάθηκε αφορμή και για την προσωπική μας γνωριμία και συνεργασία.

Σε μια απόπειρα κριτικής αποτίμησης του έργου του Δ. Καλούσιου, αναμφίβολα ως σημείο εκκίνησης πρέπει να λάβουμε το δίτομο έργο του με τίτλο «Το Ματσούκι Ιωαννίνων» (Ματσούκι 1994), μια μονογραφία για το χωριό όπου ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τα Ιστορικά και ο δεύτερος τα Λαογραφικά. Ο συγγραφέας επιχειρεί να παρουσιάσει τα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία που συνέλεξε από την πολύχρονη ιστοριοδιφική του έρευνα αλλά και -αυτό αξίζει να σημειωθεί- από τις προσωπικές επιτόπιες καταγραφές και παρατηρήσεις του. Ακολουθώντας τις κλασικές, για την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο, μορφές κατάταξης του υλικού του μιλά για την ιστορία του χωριού, τη γεωμορφολογία του τόπου, τις ασχολίες των κατοίκων, την πολιτική διοίκηση, τα εκκλησιαστικά του χωριού, ενώ στον δεύτερο τόμο, στα Λαογραφικά, αναφέρεται στον κύκλο της ζωής (γέννηση, γάμος, θάνατος), στα έθιμα στον κύκλο του χρόνου, στην προφορική παράδοση και το τραγούδι, στα σπίτια, στη χειροτεχνία, τις φορεσιές, τις τροφές, τη χειροτεχνία και άλλες μορφές και εκδηλώσεις του λαϊκού πολιτισμού.

Επιχειρώντας μια κριτική αποτίμηση του συγκεκριμένου έργου θα πρέπει να επισημανθεί αρχικά η προσπάθεια διασταύρωσης των πηγών και των πληροφοριών που παρέχει, ώστε κάθε τι που γράφεται στο χαρτί να είναι προϊόν όσο το δυνατό επαρκούς τεκμηρίωσης. Μελετώντας ωστόσο το περιεχόμενο του βιβλίου, ιδιαίτερα στον πρώτο τόμο με θέμα τα «Ιστορικά», είναι φανερό ότι ο συγγραφέας αντιμετωπίζει την κοινότητα ως ένα ζωντανό οργανισμό, που όπως και οι άνθρωποί του συνδιαλέγεται με την ιστορία και αλλάζει στο πέρασμα του χρόνου. Βιώνοντας ο ίδιος ο συγγραφέας το μετασχηματισμό της ορεινής κοινότητας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, όταν οι νέες συνθήκες στο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο επιδρούν καταλυτικά στον τρόπο ζωής των κατοίκων, επιχειρεί να το αποτυπώσει στις σελίδες του δίτομου έργου του. Προσεγγίζει τα θέματά του δίνοντάς τους ιστορική διάσταση. Προσπαθεί να είναι συγκεκριμένος, μιλώντας για συγκεκριμένα πρόσωπα και καταστάσεις αποφεύγοντας τις γενικότητες και τις χωρίς ιστορικό περιεχόμενο αναφορές σε εξιδανικευμένες αναμνήσεις του παρελθόντος. Στα περισσότερα θέματα που τον απασχολούν αναφέρεται στο παρελθόν, παρακολουθεί την πορεία τους στον χρόνο και καταλήγει στη σύγχρονη καταγραφή της κατάστασής τους, κατά την προσωπική του εκτίμηση και εμπειρία. Σε αυτό το πλαίσιο μιλά για τη σύγχρονη κατάσταση των συγκοινωνιών, τις αλλαγές στον φυσικό χώρο, τις νέες μορφές διασποράς και μετανάστευσης του τοπικού πληθυσμού, το ρόλο των συλλόγων, τις αλλαγές στην τοπική διοίκηση, τις νέες ασχολίες και επαγγέλματα των συμπατριωτών του, τις μεταβολές στη γεωργία και την κτηνοτροφία, το εμπόριο, την παιδεία, τις αλλαγές στην καθημερινότητα του χωριού.

Στον δεύτερο τόμο που αφορά τα «Λαογραφικά» του χωριού, ο συγγραφέας επιχειρεί την καταγραφή λαογραφικών στοιχείων ακολουθώντας τόσο σε επίπεδο θεματικών και περιεχομένων όσο και μεθοδολογικών κατευθύνσεων τις κλασικές αρχές της Λαογραφίας στην Ελλάδα, σε επίπεδο καταγραφής και οργάνωσης του υλικού. Ο Δ. Καλούσιος προσπαθεί να αποφύγει τον κίνδυνο που υπάρχει σε παρόμοιες καταγραφές, τόσο της εξιδανίκευσης του παρελθόντος και του παραδοσιακού τρόπου ζωής, όσο και τη γενικόλογη περιγραφή τους. Η αόριστη αναφορά σε εθιμικές στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές κατά το παρελθόν, έχει δεχθεί κριτική για το κατά πόσο επιτρέπει την κατανόηση για το πώς συγκεκριμένα ζούσαν οι άνθρωποι. Ο συγγραφέας προσπαθεί, όταν έχει συγκεκριμένες πληροφορίες είτε από μαρτυρίες είτε από ιστορικά τεκμήρια, να ορίσει συγκεκριμένα τι ακριβώς και πότε έκαναν οι άνθρωποι, να μιλήσει για συγκεκριμένους ανθρώπους και τις πρακτικές τους. Και αν αυτό για πολλά λαογραφικά θέματα δεν είναι δυνατόν καθώς συγκεκριμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές έχουν εκλείψει, χρησιμοποιεί τις δικές του παρατηρήσεις και καταγραφές για να περιγράψει σύγχρονα λαογραφικά φαινόμενα, μιλώντας για συγκεκριμένες συμπεριφορές, σε ορισμένο χρόνο από συγκεκριμένους ανθρώπους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αναφορά του στα έθιμα του γάμου.

Κέντρο, καλύτερα σημείο αναφοράς στο έργο του Δ. Καλούσιου είναι το Ματσούκι, ωστόσο η ερευνητική και συγγραφική του ματιά απλώνεται σε όλη την περιφέρεια. Υπερβαίνοντας τεχνητές και διοικητικές ταξινομήσεις και συσσωματώσεις, το ερευνητικό του έργο, επιμένω στο ερευνητικό γιατί περί αυτού πρόκειται, στρέφεται ή καλύτερα ακολουθεί τους δρόμους που ακολουθούν οι άνθρωποι, τα νερά, τα αντικείμενα, τις ροές δηλαδή και τις στράτες που χαράζει η φύση και η ζωή. Με αυτόν τον τρόπο εντάσσει το τοπικό, το μερικό, στο ευρύτερό του πλαίσιο, τοποθετεί την κοινότητα δηλαδή μέσα στην πολιτισμική περιφέρεια που ανήκει, μελετά τους ανθρώπους της στο σύνολο των σχέσεων που αναπτύσσουν τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλους τόπους, ομάδες και πληθυσμούς.

Στην καταγραφή των στοιχείων από τους εκκλησιαστικούς κώδικες, τις ενθυμήσεις από τα εκκλησιαστικά βιβλία στις μονές και στις εκκλησίες της περιοχής, και πολύ περισσότερο στην αποκωδικοποίησή τους που επιχειρεί ο Δ. Καλούσιος, όπως και στην τεκμηρίωση που πάντα ακολουθεί, προσπαθεί όχι μόνο να επεξηγήσει, να προσφέρει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί -και κατέχει πολλές μέσα από τη μακροχρόνια μελέτη της περιοχής και της ιστορίας της- αλλά με τον τρόπο του επιχειρεί να παρουσιάσει μια διευρυμένη οπτική. Συνθέτει τις πληροφορίες, συνθέτει και συνδυάζει τόπους, ανθρώπους, περιστατικά με τις πιο μακροχρόνιες κινήσεις της ιστορίας.

Στην πραγματικότητα αυτό που προκύπτει από μια αναλυτική ανάγνωση της εργογραφίας του είναι μια αναζήτηση των μικρών ιστοριών των τόπων και των ανθρώπων τους, μικροϊστορίες που συχνά χάνονται στο επιβλητικό πλαίσιο της μεγάλης Ιστορίας. Είναι όμως αυτές οι μικρές ιστορίες, τα ψίχουλα της Ιστορίας, που μας παρουσιάζουν όψεις, στιγμιότυπα, στιγμές της καθημερινής ζωής, προσαρμοσμένες στο ανθρώπινο μέτρο και την καθημερινότητα.

Η καταγραφή και δημοσίευση των ενθυμήσεων, για παράδειγμα, δείχνουν από τη μια τι απασχολεί τους ανθρώπους σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές, ώστε να θεωρούν άξιο να καταγραφεί, ενώ από την άλλη αποτελούν μια σημαντική πληροφορία για την οικονομική, κοινωνική ιστορία, τις σχέσεις κάθε είδους:

«Ενθύμισι πος εις τους 1781 απριλίου εγένε πίνα μεγαλι κ(αι) εψόφισαν τα γελάδια κ(αι) εψόφισαν τα άλογα κ(αι) κόσμος επεθαναν από την πινα κ(αι) το στερι ειχε το φορτομα 100 γροσια»

Περτούλι, Ναός της Μεταμόρφωσης του Χριστού, Μηνιαίο του Αυγούστου, 18ου αιώνα (Καλούσιος Δημήτριος, «Τρικαλινά Σύμμεικτα ΛΕ΄», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 62ος, Λάρισα 2012, σελ. 308).

«το ετος 1916 φιβρουαριου 28

Εγο το γραφο δια ενθιμισι τον φιβουαριον τον απερασομε ολον μι ντορλαπια κε βρουχεσ αλα τουρα στο φυγα εκανι μιγαλι καλοκιριαν κε δεν ηχαμε χιονι καθολου αλα μιγαλια ακριβγια ηχαμι κε μιγαλι διστιχια. Πινουσαν ο κοσμοσ, τα πιδια τα εχον στρατιοτι κε ηαχαν μεγαλι στινοχοριαν ο κοσμοσ. Εγο το γραφο δια ενθιμισι»

Περτούλι, Ναός της Μεταμόρφωσης του Χριστού, Μηνιαίο του Φεβρουαρίου (εν Κωσταντινουπόλει 1843), (Καλούσιος Δημήτριος, «Τρικαλινά Σύμμεικτα ΛΕ΄», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 62ος, Λάρισα 2012, σελ. 309).

«Εν τζούρτζα τη 6/8/(18)96

Ο Γράφων ξένος άνθρωπος, μαραγγός εργαζόμενος εις την εκκλησίαν τζούρτζας, από χωρίον Πράμαντα (τ.υ.) Ν Κοντακτσης » Τζούρτζια, Ναός Αγίας Παρασκευής, Ευχολόγιο το Μέγα, εν Βενετία 1863, (Καλούσιος Δημήτριος, «Τρικαλινά Σύμμεικτα Λ΄», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 56ος, Λάρισα 2009, σελ. 195-196).

«1937 17ην Ιουνίου ήλθε εις το χωρίον αυτοκίνητον

πρώτος σοφέρ Ιωάννης Όντρας ημέραν Παρασκευή. Γράφω διά ενθύμισιν Γ. Παλοκης ιερεύς»

Περτούλι, Ναός Αγίας Κυραικής, Παρακλητική (ενετίησιν 1851), (Καλούσιος Δημήτριος, «Τρικαλινά Σύμμεικτα ΛΓ΄», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 60ος, Λάρισα 2011, σελ. 145).

Όλες αυτές οι πληροφορίες, όταν μπουν σε μια σειρά, συνδυαστούν, με τις γνώσεις που ήδη διαθέτουμε, ανασυγκροτούν μια εικόνα της κάθε εποχής.

Αυτό το πρωτογενές υλικό, αποτελεί το απαραίτητο υπόστρωμα για τους μελετητές της ιστορίας, του πολιτισμού, της ζωής των τόπων και των ανθρώπων. Δεν αφορά όμως μόνο τους ειδικούς αλλά και όλους όσους ενδιαφέρονται για το παρελθόν. Με την ανάγνωση του αναδύεται το σύνολο των σχέσεων, των συνεργασιών ανάμεσα στους τόπους και τους ανθρώπους τους, γίνονται γνωστές οι μετακινήσεις, οι μεταναστεύσεις, κάθε είδους ανταλλαγές και συναλλαγές. Στο περιθώριο των σελίδων οι σημειώσεις μιλούν για μάστορες, χτίστες της πέτρας, αγιογράφους, ιερείς και δασκάλους από κοντινά ή πιο μακρινά χωριά, επιτρέποντας να ανασυσταθεί το δίκτυο σχέσεων στο χώρο και στο χρόνο. Με τον ίδιο τρόπο αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο οι θεομηνίες, οι επιδημίες, τα ιστορικά γεγονότα επηρεάζουν τη ζωή στα χωριά και τις ζωές των ανθρώπων. Οι καταστροφές της σοδειάς, ο θάνατος των ζώων, η ακρίβεια αλλά και η επιστράτευση των νέων, είναι μερικά από τα συμβάντα που μνημονεύονται.

Η επιλογή του Δ. Καλούσιου για τη μελέτη και ανάδειξη αυτών των σπαραγμάτων της ιστορίας, αποτελεί το δικό του λιθαράκι, τη δική του συμβολή στην προσπάθεια της τοπικής ιστορικής μνήμης.

Θα μπορούσε κανείς εδώ να κάνει περαιτέρω αναφορές, για τα ρεύματα της ιστοριογραφίας που ακολουθούν παρόμοιες μεθοδολογικές πρακτικές, προσεγγίσεις που ανανέωσαν την ιστορική προσέγγιση και άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας με τις άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες, στη μελέτη των πολιτισμών. Προσεγγίσεις που ακόμα και σήμερα φαντάζουν νέες σε μεγάλο μέρος της ελληνικής επιστημονικής πραγματικότητας.

Στη συσχέτιση δε με τη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, με όλες τις επιφυλάξεις, αλλά χωρίς να υπερβάλει, ότι ο Δ. Καλούσιος με τη δουλειά του υποστηρίζει, παρέχοντας το κατάλληλο υλικό, τις αντιλήψεις περί ιστορικής μελέτης του παραδοσιακού πολιτισμού, μιας ιστορικής λαογραφίας, πρόταση που εισήγαγε, υποστήριξε και υπηρέτησε η Άλκη Κυριακίδου Νέστορος, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Ωστόσο εξίσου ενδιαφέρουσα και άξια λόγου για την καταγραφή του τόπου και των ανθρώπων του είναι η ενασχόληση του Δ. Καλούσιου με τη φωτογραφία.

Η εικόνα μπορεί να αποδώσει μια στιγμή, και να την διατηρήσει ως τεκμήριο μνήμης. Είναι πολύ γνωστή η φράση άλλωστε ότι η εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Αυτά ωστόσο από μόνα τους δεν κάνουν μια εικόνα τεκμήριο, πολύ περισσότερο επιστημονικό τεκμήριο. Καθοριστικό ρόλο, και δεν εννοώ μόνο από καλλιτεχνικής πλευράς, που και αυτή έχει τη δική της αυθύπαρκτη αξία, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει ο παράγοντας άνθρωπος, ο φωτογράφος. Η επιλογή του θέματος, η οπτική του προσέγγιση, η φωτογραφική ματιά θα έλεγε γενικεύοντας κάποιος, καθορίζουν όχι μόνο το αισθητικό αλλά και το πληροφοριακό περιεχόμενό της. Αποτυπώνουν από την άλλη την προσέγγιση του φωτογράφου που διαμεσολαβεί για τη διαιώνιση μιας μερικής όψης της πραγματικότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση ο Δ. Καλούσιος, όχι μόνο διασώζει παλιότερες φωτογραφίες, επιτελώντας την αρχειακή λειτουργία, πολύ σημαντική πράξη αυτή από μόνη της, αλλά με τον φωτογραφικό του φακό καταγράφει και όχι απλά φωτογραφίζει στο πέρασμα του δικού του χρόνου, τον τόπο του. Μελετώντας κανείς το φωτογραφικό του αρχείο, τις θεματικές και το περιεχόμενο των οπτικών απεικονίσεων, διαπιστώνει την εθνογραφική ματιά του Καλούσιου.

Μέσα από τις δραστηριότητες, πρακτικές, αντικείμενα, τοπία και ανθρώπους, που καταγράφονται, μπορεί να διαβαστούν σχέσεις, συμπεριφορές, στάσεις, έθιμα. Διακρίνονται επίσης συνέχειες, όσα συνήθως χαρακτηρίζονται παράδοση, αλλά και ασυνέχειες, ότι σχετίζεται με αυτό που αποκαλούμε συχνά εξέλιξη, νεωτερισμός, αποτέλεσμα ωστόσο των μετασχηματισμών στην τοπική και την ευρύτερη κοινωνία.

Ο Καλούσιος λειτουργεί ως ένας εμπειρικός μεν, αλλά πεπειραμένος εθνογράφος-καταγραφέας. Όχι μόνο καταγράφει, φωτογραφίζει δηλαδή, αλλά τεκμηριώνει το φωτογραφικό του υλικό, με συστηματικό τρόπο. Κάθε φωτογραφική απεικόνιση, εκτός από την ημερομηνία λήψης, τον τόπο και το περιεχόμενο συνοδεύεται από αναλυτικές πληροφορίες που καταγράφονται στο ημερολόγιο που πάντα μεταφέρει μαζί του. Στην πραγματικότητα οι φωτογραφίες αποτελούν μια επιπλέον πληροφορία στις εθνογραφικού τύπου καταγραφές του.

Με τον ίδιο συστηματικό τρόπο ο Καλούσιος αρχειοθετεί το φωτογραφικό του υλικό. Οι φωτογραφίες παρατίθενται κατά ενότητες με αύξοντα αριθμό. Η ταξινόμησή τους σε θεματικές ανταποκρίνεται στην κλασική ταξινόμηση των λαογραφικών αρχείων αλλά ο Καλούσιος τις διευρύνει περιλαμβάνοντας όλα εκείνα τα πεδία που προκύπτουν από τη βιωμένη εμπειρία του. Ενδεικτικά αναφέρονται οι θεματικές που σχετίζονται με το Ματσούκι: Το χωριό, τα βουνά, τα ποτάμια, τα σπίτια, οι βρύσες, οι γέφυρες, ο νερόμυλος, το μαντάνι και η ντριστέλα, το νεκροταφείο, οι δρόμοι, οι παραγωγικές δραστηριότητες (κτηνοτροφία, γεωργία), άλλες ασχολίες και επαγγέλματα, η οικοτεχνία, η ιστορία, οι εκκλησίες και η Μονή της Βύλιζας, οι άνθρωποι (γάμος, γέννηση, φαγητά, πανηγύρια, γιορτές, μετανάστευση, εκπαίδευση, κοινοτική διοίκηση, πολιτιστικός σύλλογος, στρατιωτική θητεία κ.λπ.).

Οι υπομνηματισμοί των εικόνων μεταφέρουν το περιεχόμενο της φωτογραφίας ή το στοιχείο που θέλει να επισημάνει ο φωτογράφος:

- 1920. Οικογενειακή φωτογραφία. (όπου αναφέρονται τα ονόματα των μελών της οικογένειας και διακρίνεται ο τρόπος ένδυσης)

- 1920. Γυναίκα με ντουμπλόνι.

- Φθινόπωρο 1951. Η επίσκεψη του Αμερικανού δασολόγου Kleence στο Ματσούκι.

- Αύγουστος 1956. Το χορτάρι σκεπασμένο με κουρελούδες για προφύλαξη από τη βροχή. (πρόκειται για μια φωτογραφία τριών φίλων, ωστόσο στο παρασκήνιο διακρίνεται η λεπτομέρεια που επισημαίνει ο Δ. Καλούσιος)

- 18.7.1967. Σεισμός του 1967

- Αύγουστος 1968. Αλωνίζουν το σιτάρι με μλάρια. Αλώνι Μαριάς. (Αξίζει να επισημανθεί ότι πρόκειται για τον τελευταίο αλωνισμό στο χωριό)

- 1971. Ματσουκιώτες εργάτες στη Δυτική Γερμανία. Ράουναμ Δ. Γερμανίας (50-60 χλμ. από Φραγκφούρτη), περιφέρεια Τάονους, οικογενειακή συντροφιά.

- 8.7.1985. Το μωρό στην σαρμανίτσα.  

- 23.3.2012 Μαθητές Ματσουκίου στο Γυμνάσιο και Λύκειο Πραμάντων. (οι μαθητές φωτογραφίζονται μπροστά στο λεωφορείο που τους μεταφέρει καθημερινά στη γειτονική κοινότητα για να παρακολουθήσουν το μάθημα)

Με τον ίδιο τρόπο καταγράφονται και οι Ματσουκιώτες της διασποράς:

-15.12.1984.Ματσουκιώτες πεταλώνουν άλογο στο Γαρδικάκι, συνοικία Τρικάλων.

- Σεπτέμβριος 1979. Ο Ματσουκιώτης Γ. Π. στον Αμπελώνα Λάρισας με το πολυαγαπημένο του άλογο (αγνώστου φωτογράφου).

- 6.4.1985. Ματσουκιώτικο σπίτι στο Τσιότι Τρικάλων (από αυτούς που μετοίκισαν εδώ από τα Βρυκολάκια Τρικάλων).

Συμπερασματικά, στο σύνολο του έργου του, ο Δημήτρης Καλούσιος με συστηματικό τρόπο και συνέπεια παραμένει πιστός στο στόχο του, τη μελέτη και την καταγραφή των τόπων και των ανθρώπων τους, της ιστορίας και του πολιτισμού τους, συμβάλλοντας, στο μέτρο που του αναλογεί, στη συγκρότηση της τοπικής ιστορικής μνήμης.

 

   

Καιρός  

Καιρός και πρόγνωση για κάθε περιοχή
   

Χορευτικό  

   

Πρωινός Λόγος Τρικάλων  

logo

   

Πρωτοσέλιδα  

   

Τελευταίες Ειδήσεις  

Όλη η επικαιρότητα στο palo.gr